εὐδοκία

εὐ|δοκία благоволение, (благо)приятное согласие (ср. Лк 2:14 ἄνθρωποι εὐδοκίας > люди доброй воли; личн. имя Εὐδοκία, Евдокия, Авдотья)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εὐδοκία" в других словарях:

  • εὐδοκία — εὐδοκίᾱ , εὐδοκία good will fem nom/voc/acc dual εὐδοκίᾱ , εὐδοκία good will fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευδοκία — η благосклонность, благоволение, расположение: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία (Λουκ. 2, 14) «Слава в вышних Богу, и на земли мир, в человецех благоволение» (Лк. 2, 14) ευδοκία Θεού благоволение Божие …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Εὐδοκία — Εὐδοκίᾱ , Εὐδοκία good will fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοκίᾳ — Εὐδοκίᾱͅ , Εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευδοκία — η Евдокия – 1) имя некоторых святых жен Православной Церкви; 2) имя некоторых византийских императриц; 3) женское имя Этим. дргр. «благоволение» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευδοκία — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Η οσιομάρτυρας, η εκ Σαμαρειτών. Έζησε επί Τραϊανού και ήταν πόρνη. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό. Η μνήμη της τιμάται την 1η Μαρτίου. 2. Η μάρτυς. Καταγόταν από την Ανατολή και αιχμαλωτίστηκε από τους… …   Dictionary of Greek

  • εὐδοκίᾳ — εὐδοκίαι , εὐδοκία good will fem nom/voc pl εὐδοκίᾱͅ , εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευδοκία η Μακρεμβολίτισσα — (; – 1096;). Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος του Κωνσταντίνου Γ’ Δούκα (1059 67) και ύστερα του Ρωμανού Δ’ του Διογένη (1068 71). Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, πεθαίνοντας, άφησε κηδεμόνα των γιων του τη μητέρα τους Ε., θέτοντάς της ως όρο, να …   Dictionary of Greek

  • Εὐδοκίας — Εὐδοκίᾱς , Εὐδοκία good will fem acc pl Εὐδοκίᾱς , Εὐδοκία good will fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοκίαι — εὐδοκία good will fem nom/voc pl εὐδοκίᾱͅ , εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοκίαι — Εὐδοκίᾱͅ , Εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.